<link rel="me" href="https://www.blogger.com/profile/16081506539021381546" /> <link rel="openid.server" href="https://www.blogger.com/openid-server.g" /> <!-- --><style type="text/css">@import url(https://www.blogger.com/static/v1/v-css/navbar/3334278262-classic.css); div.b-mobile {display:none;} </style> </head><body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d36988090\x26blogName\x3d%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%82+-+%CE%9C%CE%B5+%CE%93%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%82+%CE%91%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://synomilies.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://synomilies.blogspot.com/\x26vt\x3d-4403770963812829929', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

010 - Τα Λερωμένα Ρούχα του Μετανάστη

23.6.08


Μερικές φορές, πηγαίνω για μεσημεριανό στο σούπερ μάρκετ Publix κοντά στη δουλειά. Γεμίζω το πλαστικό μου καλάθι με τα ίδια πάντα προϊόντα: ένα μικρό σοκολατούχο γάλα, πατατάκια, κάποιο γλύκισμα. Ύστερα πηγαίνω στο τμήμα παρασκευής των σάντουιτς για το κύριο γεύμα.

Η ηλικιωμένη κυρία με το πλαστικό κάλυμμα στο κεφάλι με κοιτάζει χαμογελαστή πίσω από τα γυαλιά της - ένα ζευγάρι γαλάζια μάτια που δε δείχνουν να κουράζονται να ρωτούν, επί οκτώ ώρες την ημέρα τι θα ήθελε ο πελάτης σήμερα, σε τί ψωμάκι, με τι υλικά. Would you like Boar's Head? - είναι η ερώτηση για καλύτερης ποιότητας αλαντικά.

Ενώ παρατηρώ τον κατάλογο με τις επιλογές των τύπων σάντουιτς, το μάτι μου πέφτει στον μπροστινό μου στη σειρά - ένα νεαρό εργάτη, με τη σκούρα μπλε φόρμα εργασίας του γεμάτη μπογιές. Δείχνει μικρός, ούτε 20 χρονών και συννενοείται με νοήματα. Με το δάχτυλο λερωμένο με μπογιές επιλέγει το φαγητό του από τον κατάλογο και η υπάλληλος με τα γυαλιά κουνάει το κεφάλι της συγκαταβατικά, προσπαθώντας να καταλάβει τι της λέει.

Βγάζει από την τσέπη μερικά τσαλακωμένα χαρτονομίσματα κι εκείνη τα μετράει. Δε φτάνουν. Προσπαθεί να του εξηγήσει ότι τα χρήματα για το φαγητό και το αναψυκτικό δεν επαρκούν, όμως ο νεαρός δε δείχνει να καταλαβαίνει κουβέντα. Είναι Ισπανόφωνος. Σε μια πολιτεία που ένα μεγάλο ποσοστό της κατάγεται από χώρες της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής, δεν είναι σπάνιο να μη μιλά κανείς καθόλου Αγγλικά. Όμως λίγοι είναι και οι μή λατινογενείς δίγλωσσοι.

Καταφθάνει μια άλλη υπάλληλος, με εμφανή χαρακτηριστικά λατίνας: σκούρα μαλλιά και μάτια, μελί δέρμα. Μετράει μπροστά του τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα και του λέει στα Ισπανικά ότι τα χρήματα δεν είναι αρκετά για τα τρόφιμα που έχει επιλέξει. Ο νεαρός κοιτάζει μία το φαγητό και μία το αναψυκτικό και με μια κίνηση επιλογής τοποθετεί το χάρτινο κύπελλο στην άκρη, επιστρέφοντάς το. Τα χρήματα τώρα επαρκούν.

Διστάζω μόνο για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, το πορτοφόλι ανοίγει και η διαφορά του ποσού κατατίθεται στα χέρια της υπαλλήλου.

-Θα πληρώσω εγώ για το αναψυκτικό, της λέω ενώ με κοιτάζει σαστισμένη.
Του μεταφράζει αυτό που είπα και ο νεαρός με ευχαριστεί με χαμόγελο. Τουλάχιστον, αυτές τις λίγες λέξεις στα Ισπανικά τις ξέρω.

Όταν κάθισα στην κουζίνα για να φάω, είχα τρομερή όρεξη - στο μυαλό μου χίλιες σκέψεις μα μονάχα μία κυριαρχούσε: να λερωθώ, βάφοντας τοίχους, σκάλες και φράχτες - για μερικά τσαλακωμένα δολλάρια, έχοντας την ευκαιρία της επιλογής της στιγμής.

posted by Λύσιππος
Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2008

6 comments

009 - Χειραψία μ'έναν Άγνωστο

29.12.07


Ο ήλιος - τρανό φλογιστό μπαλλόνι - αιωρείται, ψηλά πάνω από το κοντάρι της αστεροέσσας που κυματίζει στο καταμεσήμερο. Ο περιποιημένος κήπος του τοπικού ταχυδρομείου, με τις πρασινάδες, τα ανθισμένα παρτέρια με λουλούδια και τους φοίνικες, οδηγεί στην είσοδο - γεμάτη κι αυτή, παραμονές Χριστουγέννων, από βιαστικούς ανθρώπους.

Παρκάρω, βάζω το κινητό στην τσέπη και βγαίνω έξω. Παραδίπλα μου τραβάει την προσοχή ένα λευκό σκυλάκι Chihuahua που στέκεται στα τέσσερα - μια σταλιά - στο εσωτερικό κάθισμα ενός αυτοκινήτου με ελαφρά κατεβασμένα τα παράθυρα. Το πεταχτό του μουσούδι αναζητά προφανώς τον ιδιοκτήτη του. Χαμογελάω και τότε προσέχω την Ελληνική σημαιούλα που είναι κρεμασμένη από τον καθρέφτη.

Αχ, γαλανόλευκη. Κάθομαι να χαζεύω, μια το σκυλί και μια τη σημαιούλα - και ξάφνου πλησιάζει ο ιδιοκτήτης τους, με τα στρογγυλά γυαλιά του να γλυστρούν στο ιδρωμένο του μέτωπο - τα κλασσικά Ελληνικά χαρακτηριστικά προδίδουν πως είναι άλλο ένα αδέρφι της φυλής μας.

Δε διστάζω, τον χαιρετώ και ρωτάω αν είναι Έλληνας, στα Αγγλικά. Μου απαντάει ξαφνιασμένος πως ναι, 'Ελληνας είναι και οι γονείς του κατάγονται απο την Καλαμάτα. Του σφίγγω το χέρι σε μια χειραψία που σε καιρούς αρχαίους θα δήλωνε σεβασμό ανάμεσα σε δυό άγνωστους οδοιπόρους που συναντήθηκαν στο μέσο ενός επαρχιακού δρόμου.

Του εύχομαι Καλά Χριστούγεννα, ο ξαφνιασμός του γίνεται εγκάρδιο χαμόγελο - μου εύχεται στα Ελληνικά με τη φωνή χρωματισμένη από τις βάρβαρες μεταβολές της ξενητιάς, Καλή Χρονιά.

Μπαίνω στο ταχυδρομείο, αναζητώντας - για μερικές στιγμές μονάχα - το σήμα των ΕΛΤΑ, με το αχνό χαμόγελο του Ερμή, προστάτη των ταξιδιωτών, ζωγραφισμένο σε κάποιον από τους τοίχους του.

Καλή Χρονιά, Δημήτριε. Χαιρετώ σε, Θεόδωρος.

posted by Λύσιππος
Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2007

0 comments

008 - Παιδικά Χέρια στο Τζάμι

18.3.07


Είναι μεσημέρι Παρασκευής, λίγο νωρίτερα από τη συνηθισμένη μου ώρα για το μεσημεριανό φαγητό. Τρώω σ' ένα εστιατόριο που η σπεσιαλιτέ του είναι πολύ καλό ψητό κοτόπουλο, απολαμβάνοντας τον πουρέ και το σπανάκι με λιωμένο τυρί - βουτώντας το καλαμποκόψωμο στην απαλή μουστάρδα. Γύρω μου, ο κόσμος ασχολείται με τα δικά του, καθισμένος στα μονά ή διπλά τραπεζάκια. Εξω είναι μουντός ο καιρός, σιγοψιχαλίζει. Κοιτάζω αφηρημένα τις στάλες της βροχής έξω από το παράθυρο.

Πιό δίπλα, δυό πιτσιρίκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι γύρω στα τρία και τέσσερα αντίστοιχα παίζουν ανέμελα, στριφογυρίζοντας κι αυτά σα στάλες της βροχής. Η μητέρα τους πρέπει να είναι κάπου πιό πέρα. Εχω σχεδόν τελειώσει το φαγητό μου όταν αρχίζει να βρέχει δυνατά. Η βροχή στη Φλόριντα πέφτει σχεδόν πάντα υπό γωνία, ποτέ κατακόρυφα - οπότε το να βγω έξω και να τρέξω στο αυτοκίνητο ισοδυναμεί με ένα γερό κατάβρεγμα, το οποίο δε θέλω να υποστώ εν ώρα εργασίας.

Τα δύο παιδάκια πλησιάζουν το τζάμι της πόρτας και χαζεύουν το χορό της βροχής πάνω του, βγάζοντας ακατάληπτες φωνούλες. Δύο ζευγάρια μικρά χεράκια ακουμπησμένα στο τζάμι προσπαθούν να γίνουν ένα με τις σταγόνες. Χαμογελάω και πίνω λεμονάδα από το ποτήρι μου. Δευτερόλεπτα αργότερα, η μικρή απομακρύνεται, αφήνοντας το μικρό της αδελφό στην πόρτα, που μόνος πλέον προσπαθεί να διατηρήσει τη νοητή επαφή με τη βροχή. Ομως ακούω πλέον όχι χαρούμενες φωνές αλλά μια ένδειξη πανικού, πόνου - μια αγχωμένη ανάσα που επαναλαμβάνεται: 'Αhhh....ahhh....ahhhh'

Δε μου πήρε πάνω από 1 δευτερόλεπτο να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να σπρώξω την πόρτα, που είχε παγιδέψει στο άνοιγμά της τον αντίχειρα του μικρούλη που έψαχνε μονάχος την έξοδο για την επαφή με τη βροχή. Τον σήκωσα απαλά από τις μασχάλες, το πλεχτό του μπλουζάκι απαλό σαν πετσέτα στα χέρια μου κι αυτός ελαφρύς όσο ένα πουπουλένιο τίποτα - ένα τίποτα λιγότερο από τριών ετών. Τον αποθέτω απαλά στο πάτωμα, ασφαλή στα πόδια του. Η φωνούλα του δεν πρόλαβε να γίνει κραυγή πόνου, καθώς γονατίζω δίπλα του και σε λίγο έρχεται τρέχοντας η μητέρα του για να τον παραλάβει.

"Evan! Evan!"

Με ευχαριστεί και παραλαμβάνει το μικρό, κι εγώ δε λέω τίποτα απ' όσα σκέφτηκα, απ'όσα σκέφτομαι, απ'όσα πήρα κι έδωσα μέσα στα λίγα αυτά δευτερόλεπτα. Ταξίδεψα 33 χρόνια πρίν, με το μικρό μου αδερφό μωρό στην αγκαλιά μου. Ιδιο όνομα κι αυτός, Ευάγγελος, εδώ και χρόνια προσπαθεί να χαζέψει τη βροχή χωρίς να του πιάνει τον αντίχειρα η πόρτα της ζωής.

Η μητέρα με τα μικρά αναχωρούν κι ο μικρούλης Evan στέκεται με σουφρωμένα χείλη και μάτια βουρκωμένα και με κοιτάζει, ένα τοσοδούλι ανθρωπάκι με ριγωτό μπλουζάκι και κοντό παντελονάκι, μεγάλα μάτια και κατσαρά μαλλιά. Του χαμογελάω και τον αποχαιρετώ κουνώντας την παλάμη μου κι επιστρέφω να κοιτάζω τη βροχή στο τζάμι που τρέχει, τρέχει - τρέχει ασταμάτητα, σα τις σκέψεις μέσα μου - αόρατα δάκρυα των αναμνήσεων στο θαμπό γυαλί της ζωής.

posted by Λύσιππος
Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

7 comments

007 - Σε Αγνωστους Δρόμους, με Γνώριμους Ανθρώπους

22.1.07


Αλλη μία εργάσιμη μέρα έχει αρχίσει, τα αυτοκίνητα μαζεύονται στους δρόμους σαν το μελίσσι πάνω από ένα σπάνιο, γλυκοστήμονο αγριολούλουδο - κι η άγνωστη πόλη χαμογελάει στους θνητούς υπηρέτες της πάνω απ'τους συννεφοστεμμένους ουρανοξύστες, τιτάνες με πατημασιά που χάνεται στο κέντρο της.

Εκεί, στους άγνωστους δρόμους έχω αφεθεί να βρω τον προορισμό μου, έχοντας χάσει την έξοδο που ο χάρτης του MapQuest προσδιόρισε με ακρίβεια εκατοστού. Ισως να έφταιγε ο λιγοστός καφές, ίσως οι σκέψεις του μοναχικού οδηγού σε ένα δίωρο ταξίδι - ίσως, τέλος, η ίδια η πόλη να απαιτεί από τους νέους επισκέπτες της να ταλαιπωρούνται λίγο. Να μην τους δίνεται με την πρώτη φορά, σα δύσκολη μα έμπειρη στον έρωτα γυναίκα, που ανακτά την παρθενιά της ξαφνικά.

Σταματώ σε ένα βενζινάδικο και μπαίνω στο κατάστημα. Πίσω από τον πάγκο, ανάμεσα σε εκατοντάδες αντικείμενα προς πώληση βρίσκεται ο μελαμψός υπάλληλος με το μουστάκι βούρτσα. Με κοιτάζει εξερευνητικά, στο κάτω-κάτω κάθε άγνωστος που πάρκαρε αφήνοντας τα φώτα προσωρινής στάθμευσης αναμμένα μπορεί και να'χει κάποιο κακό σκοπό στο νου του.

"Χάθηκες;" με ρωτάει, πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη.

"Καλημέρα. Ναι, θέλω να πάω στο Bayshore Boulevard, στο Bank of Tampa, κι εδώ είναι το Westshore. Μήπως θα μπορούσες να με βοηθήσεις;"

"Bayshore...Bayshore", μουρμουρίζει - τρίβοντας ένα αόρατο γένι που ξαφνικά φύτρωσε στο πηγούνι του. Το κινητό του χτυπάει, αρχίζει να μιλάει αγγλικά με έντονη προφορά και μου κάνει νόημα να περιμένω. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αναμονή είναι το μόνο πράγμα που διαθέτει κανείς, ιδίως αν δεν αγοράζει και τίποτε από το μαγαζί. Ομως ήδη έχω τσίχλες, νερό και ακόμη δεν πεινάω. Περιμένω λοιπόν να τελειώσει τη συνομιλία του. Μετά από ένα λεπτό κλείνει το τηλέφωνο και με καλεί, προχωρώντας προς την έξοδο.

"Λοιπόν, θα πάς ευθεία μέχρι το φανάρι. Αριστερά στην Kennedy. Θα βρεις την Armenia μετά από ένα μίλι, θα πας δεξιά. Μετά αριστερά στη Howard, μέχρι να καταλήξεις στη Bayshore. Το Bank of Tampa είναι αριστερά, ενάμισυ μίλι."

Καταγράφω όλα αυτά στο αγουροξυπνημένο μου μυαλό, παρατηρώντας τις κινήσεις των χεριών του καθώς χειρονομεί, αποτυπώνοντας την εναλλαγή αριστερά-δεξιά σαν ψίχουλα που άφησαν πίσω τους ο Hansel και η Gretel. Αρκεί να μη μου τα φάνε τα πουλιά της κόπωσης.

Τον ευχαριστώ κι ετοιμάζομαι να φύγω, όταν η περιέργειά μου υπερνικά κάθε άλλο τυπικό.

"Από που είσαι;"

"Από την Τουρκία" μου απαντά. Κι ενώ είμαι έτοιμος να του μιλήσω για το πόσο παράξενο είναι δυό πρώην γείτονες να συναντιούνται στα ξένα, το κινητό του χτυπάει και πάλι κι απομακρύνεται βιαστικά στο εσωτερικό του καταστήματος. Το "ευχαριστώ" μου, μετέωρο νεύμα ευγνωμοσύνης, θαρρείς πως βγαίνει μισοσβησμένο.

Γυρίζω το κλειδί στη μίζα και ξαφνικά έχω μια αφόρητη επιθυμία να αγοράσω ένα κουτί λουκούμια, να ακούσω Σμυρνιώτικα τραγούδια και να διαβάσω ιστορίες για την Πόλη. Βγάζω φλας κι οδηγώ προς το φανάρι που έχει ήδη γίνει πράσινο. Η Kennedy με περιμένει, η Armenia, η Howard. Κι ύστερα, η Bayshore Boulevard και το Bank of Tampa, αλλά εγώ ήδη είμαι αλλού ταξιδεμένος κι απολαμβάνω την ανατολή του ήλιου - ψηλά από ένα βράχο στο Σούνιο.

posted by Λύσιππος
Δευτέρα, Ιανουαρίου 22, 2007

2 comments

006 - Ενα Χριστουγεννιάτικο Δώρο

22.12.06


Είναι παραμονές Χριστουγέννων, στα εμπορικά πολυκαταστήματα επικρατεί ένας πανικός για τα δώρα της τελευταίας στιγμής. Πολύς κόσμος αναζητά ευκαιρίες ή απλά ανέβαλλε τα ψώνια του μέχρι να ξεκλέψει λίγο χρόνο από τις καθημερινές του ενασχολήσεις και τις μακρές ώρες εργασίας. Συνηθισμένο φαινόμενο, ιδίως όταν δεν ξέρεις τι να αγοράσεις για τον παραλήπτη του δώρου.

Στο τμήμα ρουχισμού είχε εκπτώσεις και αποφάσισα να αγοράσω ένα-δύο πουκάμισα και παντελόνια για να ανανεώσω τη γκαρνταρόμπα μου για το νέο έτος. Τυπικές επιλογές ενός μεγάλου παιδιού που δε χρειάζεται τη μαμά του πλέον μαζί του στα ψώνια!

Περιμένω στην ουρά του ταμείου, όταν κάποιος με αγγίζει στον ώμο.

Αυτό, δεν είναι συνηθισμένο στην Αμερική, όπου ο ζωτικός χώρος του καθενός είναι ιερός και οι άνθρωποι απευθύνονται ο ένας στον άλλο ευθέως και από απόσταση. Γυρίζω έκπληκτος και βλέπω μια κυρία, περίπου στην ηλικία μου με ένα πουκάμισο στο χέρι. Τη ρωτάω πώς μπορώ να τη βοηθήσω.

Με συγχωρείτε, μου λέει - ο αδερφός μου μοιάζει πάρα πολύ με εσάς. Εχετε το ίδιο σουλούπι κι ήθελα να σας παρακαλέσω να μου πείτε την άποψή σας γι αυτό το πουκάμισο.

Χαμογελάω, η προφορά της την προδίδει - είναι σίγουρα από Κούβα ή Πουέρτο Ρίκο. Τα μαύρα της μαλλιά είναι μαζεμένα σε κότσο, συντηρητικά ντυμένη. Πολύ ευγενική.

Ευχαρίστως, της λέω.

Για τα επόμενα δέκα λεπτά γίνομαι ο παραλήπτης του δώρου της, προβάροντας επάνω μου διάφορα πουκάμισα που έχει επιλέξει. Είναι όντως όλα στο μέγεθός μου αλλά τα σχέδιά τους δεν είναι του γούστου μου. Της κάνω ερωτήσεις προσπαθώντας να καταλάβω τι θα άρεσε στον αδερφό της.

Βρίσκουμε κάποιο που της αρέσει. Δείχνει να είναι ειλικρινά χαρούμενη, χαμογελάει και τα καστανά της μάτια λάμπουν. Με αγγίζει και πάλι στο χέρι και μου το σφίγγει. Μου εύχεται καλά Χριστούγεννα και απομακρύνεται προς το βάθος της αίθουσας.

Εκείνα τα δέκα λεπτά ήταν το καλύτερο δώρο για μένα, το να προσφέρω το χρόνο μου σε κάποιον που τον είχε πραγματικά ανάγκη. Εκανα ένα δώρο σε κάποιον και συνάμα, στον εαυτό μου.

Η κοπέλλα στο ταμείο έδειχνε κουρασμένη και αδιάφορη.

posted by Λύσιππος
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 22, 2006

5 comments

005 - Θα Συναντηθούμε

21.11.06


"Θα τα πούμε, ναι;"

Ρούφηγμα τζούρας από το μισοτελειωμένο τσιγάρο. Τα μάτια γίνονται δυό στενές χαραμάδες.

"Ναι μωρέ, δε θα χαθούμε. Θα σου τηλεφωνήσω."

Το ποτό στο χέρι αδειάζει, το ποτήρι αφήνεται στο μπαρ, δίπλα στα άλλα άδεια ποτήρια.

"Πάρε με την άλλη εβδομάδα να βγούμε."

Αγκαλιές, χτυπήματα στην πλάτη.

"Εγινε, πες και του Δημήτρη."

Αποχαιρετισμός.

"Ωραία. Καλό βράδυ. Καλά να περάσεις."

Κράτημα απ'τους ώμους.

"Ναι σειρούλα! Κι εσύ!"

Βγήκαμε έξω στο Νοεμβριάτικο κρύο που δεν είχε μαλακώσει ακόμη από τη βροχή - έξω, στην Αθηναική νύχτα και τα φώτα έτρεχαν παντού θολά, με ταχύτητες που γινόταν φωτεινές ευθείες τριγύρω μας. Συγκίνηση, αλκοόλ, μοναξιά - καβάλα σε δυό ρόδες που έτρωγαν τις άσπρες γραμμές από τη διαχωριστική λωρίδα, τη μία μετά την άλλη - σαν ένα pacman της ζωής.

+++

Δώδεκα χρόνια πέρασαν, σειρούλα - κι ακόμη περιμένω να έρθεις να τα πιούμε. Ισως γιατί αγαπούσες τη ζωή να τρέχει γρήγορα, να πετάει με τα δικά σου φτερά - κι έφυγες ένα βράδυ με τη Yamaha, απογειώθηκες σαν Πήγασος κι ύστερα δεν προσγειώθηκες ποτέ ξανά.

Περιμένω κάθε Νοέμβριο με το ποτήρι μισογεμάτο και την καρδιά άδεια, τα μάτια θολωμένα από τα φώτα των αναμνήσεων. Στην υγειά σου σειρούλα, εκεί ψηλά.

posted by Λύσιππος
Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2006

8 comments

004 - Στιγμές Στο Ασανσέρ

19.11.06


Κατεβαίνω από τον τρίτο όροφο της δουλειάς μου στο ισόγειο, με το ασανσέρ. Μαζί μου, μια συμπαθητική, ευτραφής κυρία - αφροαμερικανίδα. Είναι 5 το απόγευμα της Παρασκευής.

Αφήνω ένα φύσημα, έκφραση περισσότερο αποσυμπίεσης για μένα. Εδώ όμως στην Αμερική σημαίνει ότι είτε ζεσταίνεσαι, ή ότι είσαι χάλια.

Η κυρία γελάει, μου λέει πως ευτυχώς είναι ήδη 5 και η εβδομάδα τελείωσε.

Χαμογελάω κι εγώ, της λέω πως έχω ακόμη μια ώρα εργασίας - κι εκείνη μου συμπαρίσταται:

"Δεν είναι δα και πολύ μακρυά η ώρα 6 !"

Εκεί ακριβώς χρειάζεται περισσότερο χιούμορ, συνομιλώντας με μιά άγνωστη στο ασανσέρ.

Ανάμέσα σε γέλια της λέω, "Είναι δυστυχώς πολύ πολύ μακρυά η ώρα 6 !". Γελάμε κι οι δυό, η πίεση της δουλειάς είναι σίγουρα αφόρητη ώρες-ώρες, κι αυτό είναι για μένα το πρώτο γνήσιο γέλιο της ημέρας.

Εχουμε φτάσει στο ισόγειο. Χαίρομαι που πηγαίνει σπίτι της και την καληνυχτίζω κι εκείνη ανταποδίδει λέγοντας να περάσω ένα όμορφο Σαββατοκύριακο.

Μετά από ένα πεντάλεπτο διάλειμμα εκτεθειμένος στο δροσερό αεράκι έξω από το κτήριο, ξαναπαίρνω το ασανσέρ για τον τρίτο όροφο.

Αυτή τη φορά κανείς δεν είναι μαζί μου - αλλά η ώρα 6 είναι πολύ πολύ κοντύτερα πλέον!

posted by Λύσιππος
Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

2 comments

003 - Τα Μάτια της Μεσογείου

17.11.06



Επέστρεφα στα πάτρια εδάφη, κι η ταραχή μου ισάξια της χαράς και της ανυπομονησίας που γέμιζε τα σωθικά μου. Στο αεροδρόμιο, με το σακκίδιό μου για χειραποσκευή, τ'ακουστικά ενός ψηφιακού ραδιοφώνου στ'αυτιά μου - να κόβουν λίγο την αντήχηση των αιθουσών αναμονής.

Ψάχνω για την ουρά που οδηγεί στη θύρα 4. Στο βάθος, δυό κυκλικές πορείες δείχνουν να τερματίζουν πίσω από μια αίθουσα με ψηλά τζάμια και ελεγκτές διαβατηρίων. Νέα Υόρκη προς Αθήνα. Κοιτάζω γύρω μου τους άλλους, ψηλά παιδιά με μοντέρνα άνετα ρούχα, ασπροκέφαλοι γέροντες. Κανείς δε μιλάει αν και κάποιοι αλληλοκοιτάζονται, ανταλλάσσοντας αμίλητα χαμόγελα. Τ'αγόρια έχουν καστανά, σπαστά μαλλιά, μουσάκια, αγέρωχο βλέμμα. Παραδίπλα, ψηλές κοπέλλες με μαύρα, μακρυά ομορφοχτενισμένα μαλλιά και έντονα καστανά μάτια. Αχ, τα μάτια τους, τα μάτια τα δικά μου - τα μάτια τα ξενιτεμένα.

Αφαιρούμαι, η ουρά προχωράει. Ακούω ομιλίες, χαμηλώνω τη μουσική. Προσπαθώ να καταλάβω τί λένε, όμως δεν συμπληρώνονται οι λέξεις - παραμένουν ήχοι, φθόγγοι. Μα τί στο καλό, σκέφτομαι. Αρχίζω να έχω αμφιβολίες.

Μαζεύω λίγο κουράγιο και για να μη ρεζιλευτώ ρωτάω το διπλανό μου, ένα μεσήλικα κύριο, στ'Αγγλικά:

"Excuse me sir, is this the waiting line to Gate 4 to Greece?"

Ξαφνιασμένος, με κοιτάζει και μου απαντά χαμογελώντας:

"Noooo, this is going to Barcelona, Spain!"

Σαστίζω, τον ευχαριστώ. Στ'αυτιά μου έρχονται πλέον μαζεμένες οι πληροφορίες, οι λέξεις σχηματίζονται, οι ήχοι αναγνωρίζονται. Ισπανικά. Απομακρύνομαι από την ουρά, αφήνοντας πίσω μου τις καστανομάτες κοπέλλες με τα μακρυά μαύρα μαλλιά και τα μοντέρνα ρούχα, τους ασπρομάλληδες κυρίους - κρατώντας μόνο ένα ευλογημένο συναίσθημα που με κάνει να χαμογελώ πλατιά.

Αχ, Μεσόγειος με τους λαούς σου - με μπέρδεψες, μα μού'δειξες πως αν όλα τ'αφήσουμε παράμερα, είμαστε ίδιοι στην ψυχή.

posted by Λύσιππος
Παρασκευή, Νοεμβρίου 17, 2006

4 comments

002 - Ο Φόβος Φυλάει τα Ερμα

11.11.06


Είναι εξίμισυ το βράδυ και γυρίζω σπίτι. Φτάνω, παρκάρω και περπατώ προς το συγκρότημα δυόροφων κτισμάτων με διαμερίσματα, τέσσερα ανά όροφο. Εξω, δροσούλα φθινοπωρινή κι ο ουρανός καθαρός, κατασκότεινος, με τ'αστέρια να φαίνονται πάνω από τη λιμνούλα. Στη στροφή αρχίζω να σιγοσφυρίζω. Είναι Παρασκευή και μια έντονη εβδομάδα στη δουλειά έχει τελειώσει. Θέλω να πάω σπίτι να χαλαρώσω.

Μερικά μέτρα μακρυά, από την αντίθετη κατεύθυνση βλέπω να περπατάει μια φιγούρα. Είμαι μόλις μερικά μέτρα από την πόρτα του διαμερίσματός μου ενώ εκείνος προχωρά προς την κατεύθυνσή μου. Οπως έχω μάθει εδώ και χρόνια τώρα, θα χαιρετίσω τον οποιοδήποτε άγνωστο που συναντώ στην πορεία μου. Ενα "γειά, πώς πάει;" ή ένα νεύμα συγκατάβασης αρκούν στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που οι δρόμοι μας συναντώνται.

Κοντοστέκομαι λίγο πριν την πόρτα. Τον κοιτάζω και χαιρετώ. Γελώντας μου λέει "You scared the hell out of me, man!" και ανεβαίνει τις εξωτερικές σκάλες προς τον πάνω όροφο. "Οχι βρε φίλε", του λέω γελώντας κι εγώ. "Εσύ με τρόμαξες. Καλό βράδυ".

Ξεκλειδώνω την εξώπορτα και βρίσκω τη γάτα μου να με περιμένει νιαουρίζοντας. Κανένας μας δε φόβισε τον άλλο. Κλείνω την πόρτα και συνεχίζω να σφυρίζω.

posted by Λύσιππος
Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

0 comments

001 - Το πρόσωπο του Ελληνα

6.11.06


Σάββατο μεσημέρι, στο Wal-Mart - αλυσσίδα από supermarket στην Αμερική. Κάνω βόλτα στο τμήμα με τα ψητά κοτόπουλα. Εχει διάφορα έτοιμα εδέσματα, πατάτες, μπάμιες τηγανητές, καυτερό κοτόπουλο. Μια μικρογραφία Ελληνικής ψησταριάς, θαρρείς.

Η γνώριμη κυρία που με εξυπηρετεί κάθε Σάββατο είναι απασχολημένη. Πλησιάζει ένας νεαρός υπάλληλος. Το πρόσωπό του με ξαφνιάζει. Σε μια περιοχή όπου οι ισπανόφωνοι λατινογενείς είναι πολλοί, με έχουν συχνά μπερδέψει οπτικά για Πορτορικανό, Κουβανό αλλά ποτέ για Ελληνα.

Ο νεαρός όμως μπροστά μου αντιπροσωπεύει πλήρως τα αντρικά γονίδια μιας μοναδικής φυλής, της Ελληνικής. Λεπτό πρόσωπο, έντονα καστανά μάτια, πυκνά φρύδια, μαύρα μαλλια που καταλήγουν σε κοτσίδα. Μου θυμίζει παλιούς φίλους τότε που πηγαίναμε στη Σχολή, φοιτητές.

"Θα ήθελα μια λίμπρα φτερούγες καυτερές".

Ο νεαρός ελέγχει τα κοτόπουλα που ακόμη ετοιμάζονται.

"Θα είναι έτοιμα σε 5 λεπτά", μου λέει σε άψογα Αγγλικά.

Δε διακρίνω καμμία προφορά που να θυμίζει αλλοδαπό. Είναι ευγενικός, του λέω πως θα περιμένω. Τον παρατηρώ καθώς εξυπηρετεί άλλους, δείχνει να έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Περιμένω.

Διακρίνω στο στήθος του μια ταμπέλα που γράφει "STEL". Αρχίζω και σιγουρεύομαι, ανυπομονώ. Οταν έρχεται η σειρά μου ξανά, τον ρωτάω:

"Συγγνώμη που ρωτάω, αλλά μήπως σας λένε Στέλιο;"

Δείχνει ελφρά ξαφνιασμένος. Οι υπόλοιπες λίγες λέξεις ανταλάσσονται στα Αγγλικά.

"Yes, it's Stelios. Are you Greek?"

"Ναι Στέλιο, χάρηκα πολύ. Και μίλα Ελληνικά βρε παιδί μου!"

Του προτείνω το χέρι αυθόρμητα. Βγάζει το πλαστικό γάντι, εγκάρδια χειραψία. Συστήνομαι.

Χαμογελάει. Γεννημένος στη Γλυφάδα είναι Φλόριντα μόλις ένα χρόνο. Ταξιδεμένος λόγω της δουλειάς του πατέρα του, Φιλιππίνες, Βοστώνη. Του λέω κι εγώ για τη ζωή μου τα τελευταία χρόνια στην Αμερική και τον αέναο πόθο της επιστροφής.

Για μερικά ακόμη λεπτά μιλάμε Ελληνικά. Δυνατά. Δίπλα, οι πελάτες χαμογελούν.

Χαμογελώ κι εγώ.

Βγαίνοντας από την έξοδο επανέρχομαι στον ζεστό απογευματινό ήλιο του Νοεμβρίου κι η μισάνοιχτη πόρτα της Ελλάδας ξανακλείνει πίσω μου. Απίστευτο πόσα ταξίδια γίνονται μέσα σε λίγα λεπτά, με το μυαλό στο πηδάλιο και την καρδιά να χειρίζεται τον αστρολάβο.

posted by Λύσιππος
Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2006

13 comments